Για την εγκληματικότητα και τις στατιστικές της: Από τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ!

Posted on Ιουλίου 17, 2012

0




Για την εγκληματικότητα και τις στατιστικές της

Σε μια πρώτη ματιά, ο ρατσιστικός, αντιμεταναστευτικός απορριπτικός λόγος φαίνεται να έχει στο πλευρό του τους αριθμούς. Στην Ελλάδα της κρίσης, στην περιοχή ευθύνης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής το 2011 οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν κατά 24,6% σε σχέση με το 2008, οι ληστείες κατά 104%, οι  κλοπές και διαρρήξεις κατά 26% και οι απάτες κατά 43% (Παραδόξως, οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών έχουν μειωθεί κατά 25% και οι πλαστογραφίες κατά 73,5%!). Με τους αλλοδαπούς να υπολογίζονται στο 8% των κατοίκων της χώρας (Παύλου 2004), ευλόγως προβληματίζεται κανείς από την υπερεκπροσώπησή τους μεταξύ των συλλαμβανόμενων από την αστυνομία: Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ.οι αλλοδαποί ευθύνονται για το 41,3% των ανθρωποκτονιών, το 54% των ληστειών και το 43,8% των κλοπών και διαρρήξεων στη χώρα για το έτος 2011.

Οι παραπάνω αριθμοί, στη βάση των οποίων συγκροτείται ο λόγος για την εγκληματικότητα, προέρχονται από τις αστυνομικές στατιστικές. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στις στατιστικές αυτές και στο τι ακριβώς απεικονίζουν, γιατί μια σειρά από παρατηρήσεις γι’ αυτές αποδεικνύουν ότι πιο πολύ συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την κατάσταση στον χώρο του εγκλήματος.

Ας εμπιστευτούμε για λίγο τα αναλυτικά στοιχεία που δίνει η Ελληνική Αστυνομία για την εξέλιξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα στην τελευταία εικοσαετία


Έτος Τελεσθείσες Απόπειρες Σύνολο Εξιχνιάσεις Ημεδαποί Αλλοδαποί Σύνολο
1991        138                 93                 231            177                 204            25                229
1992        137              124                 261            209                 231             34                265
1993        150              104                 254            192                  257            34                291
1994        133              131                  264            203                 244             34                278
1995        151              134                  285            199                  228             40               268
1996        169               149                318              227                241              62                303
1997        203              147                350             200                222             81                 303
1998        154                119                273             200               201             66                  267
1999        154                134                288             200               175             97                 272
2000       146                104               250             206                214             62                  278
2001        132                145               277             215                185              92                 277
2002          94                115               209             216                 187             91                  278
2003        116                134              250              218                 189            113                 302
2004        111                121               232              203                193             64                   257
2005        132                128              260              204                195              91                  286
2006        110                123              233              196                 203             92                  295
2007        128                135              263              202                195             103                298
2008        139                165               304              242                201            147                348
2009        143                187               330              252                249            124                373
2010        176                193                369             265                 245            179               424
2011         184                182                366             291                 255            180               435


Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι πως, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, οι ανθρωποκτονίες από το 1991 μέχρι σήμερα δεν σημειώνουν συνεχή αυξητική τάση, ενώ η ανώτατη τιμή εμφανίζεται το 1997.
Πηγή: ΕΛ.ΑΣ., 1991-20092010-2011Πηγή: ΕΛ.ΑΣ., 1991-20092010-2011

Σε σχέση με τις κλοπές-διαρρήξεις και τη συμμετοχή των αλλοδαπών: Υπάρχει στην εγκληματολογία μια εκτενής συζήτηση για τις μεθοδολογικές αδυναμίες των αστυνομικών στατιστικών, που αξίζει να την παρακολουθήσουμε. Καταρχάς, οι στατιστικές της ΕΛ.ΑΣ. αφορούν συλλήψεις φερομένων ως δραστών και όχι καταδίκες (Ροϊνιώτη 2009). Στις εξιχνιάσεις των αδικημάτων, οι αστυνομικές στατιστικές δεν διακρίνουν μεταξύ τελεσθεισών πράξεων και αποπειρών. Επίσης, αν κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας οι κατηγορίες αλλάξουν, η στατιστική δεν ενημερώνεται (Καλίτσης 2009). Πιο συγκεκριμένα: από τις 56.852 κλοπές και διαρρήξεις που τελέστηκαν το 2011 στην Αττική εξιχνιάστηκαν οι 6.959. Σε αυτές που εξιχνιάστηκαν εμπλέκονται 3.448 αλλοδαποί και 2.402 ημεδαποί δράστες. Όμως δεν έχουμε στοιχεία για τις υπόλοιπες. Ξέρουμε αντιθέτως ότι η αστυνομία κατευθύνει τις έρευνές της προς τους αλλοδαπούς διότι ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές πιέσεις προκειμένου να αποδείξει την αποτελεσματικότητά της σε πεδία στα οποία κυρίως εστιάζει ο δημόσιος διάλογος. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: πρώτον, στις προκαταλήψεις των ίδιων των αστυνομικών, που εκφράζονται πλέον καθαρά στην εκλογική τους συμπεριφορά αλλά εκφράζονται και στην ίδια την άσκηση των αστυνομικών τους καθηκόντων. Σε αντίθεση με τα εγκλήματα που αποδίδονται στους μετανάστες, τα εγκλήματα ρατσιστικής βίας πολύ δύσκολα βρίσκουν τον δρόμο προς την καταγραφή, πόσο μάλλον την καταγγελία και διαλεύκανση. Υπάρχουν περιπτώσεις που τα θύματα ρατσιστικών επιθέσεων δεν μπορούν να καταθέσουν στην αστυνομία παρά μόνο υπό την πίεση Ελλήνων δικηγόρων. Δεύτερον, στην πραγματική κοινωνική πίεση που δέχεται η αστυνομία προκειμένου να φανεί αποτελεσματική στην καταπολέμηση εγκλημάτων στα οποία εμπλέκονται μετανάστες (Τσουκαλά 2001). Η αστυνομική στατιστική είναι εργαλείο προστασίας του γοήτρου της αστυνομίας και επιβεβαίωσης των επιτυχιών της (Καλίτσης 2009, Λαμπροπούλου 1994). Γι’ αυτό η σύγχρονη εγκληματολογία θεωρεί τις αστυνομικές στατιστικές δευτερογενή, έμμεσα κι όχι πρωτογενή δεδομένα (Τσίγκανου 2010, Ροϊνιώτη 2009).

Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από την διεθνή εμπειρία ότι οι αστυνομικοί τείνουν να ελέγχουν περισσότερο ορισμένες ομάδες πληθυσμού, όπως φυλετικές μειονότητες, μετανάστες κλπ. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η εβδομαδιαία ανασκόπηση δραστηριότητας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών: Για την εβδομάδα 2-8 Ιουνίου 2012, π.χ., οι αλλοδαποί αποτελούσαν το 70% των ελεγχθέντων και το 85% των προσαχθέντων από το κέντρο της πόλης σε διάφορες αστυνομικές υπηρεσίες• παρόμοια είναι η εικόνα για τις προηγούμενες εβδομάδες.

Με δεδομένα τα προβλήματα των αστυνομικών στατιστικών, για να διαμορφωθεί μια πληρέστερη εικόνα της εγκληματικότητας και να αποκαλυφθεί ο λεγόμενος «σκοτεινός αριθμός» της, οι αστυνομικές στατιστικές συμπληρώνονται απ’ τους εγκληματολόγους με τις λεγόμενες έρευνες θυματοποίησης, όπου ζητείται από τους ερωτώμενους να δηλώσουν αν υπήρξαν θύματα εγκληματικών πράξεων. Ακόμη κι έτσι όμως υπάρχει ένα «ελληνικό παράδοξο», όπως επισημαίνει η Χριστίνα Ζαραφωνίτου:

Συγκρίνοντας τα ποσοστά της ανασφάλειας των Ελλήνων µε εκείνα που αφορούν τη θυµατοποίησή τους, τουλάχιστον στις συµβατικές µορφές εγκληµατικότητας, διαπιστώνεται ότι είναι κατ’ εξοχήν δυσανάλογα και υψηλά, συγκριτικά και µε τα αντίστοιχα των υπολοίπων χωρών που περιλαµβάνονται στην ευρωπαϊκή και διεθνή έρευνα θυµατοποίησης. Προκειµένου να ερµηνευθεί αυτό το «παράδοξο», παράγοντες όπως η ικανοποίηση από την ποιότητα ζωής των κατοίκων και από το επίπεδο των προσφεροµένων κρατικών υπηρεσιών στο πεδίο ελέγχου του εγκλήµατος, φαίνονται ιδιαίτερης σηµασίας. Συµπληρωµατικά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και επί µέρους παράγοντες όπως είναι οι στάσεις των θυµάτων και οι αντιδράσεις τους µέσα από τα υψηλά µεν επίπεδα ανασφάλειάς τους, από τα χαµηλά δε επίπεδα µέτρων αυτοπροστασίας τους, συγκριτικά και µε τα ευρωπαϊκά δεδομένα, καθώς και ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Πράγματι, άλλες εγκληματολογικές έρευνες (Τσαλίκογλου 1996) έχουν δείξει εδώ και καιρό ότι η απειλή που νιώθουν οι πολίτες, ο φόβος του εγκλήματος, περισσότερο οφείλεται στην τάση των ειδήσεων να παρουσιάζουν επίμονα τα ειδεχθή εγκλήματα, παρά στον στατιστικό κίνδυνο να πέσουν όντως θύματα τέτοιων επιθέσεων.

Θα πίστευε κανείς ότι η προσέγγιση των σωφρονιστικών στατιστικών θα έλυνε μερικά απ’ τα προβλήματα των αστυνομικών στατιστικών και θα ξεκαθάριζε κάπως τα πράγματα. Ωστόσο το διεθνές και τεκμηριωμένο βιβλιογραφικά φαινόμενο της υπερεκπροσώπησης των μεταναστών στις σωφρονιστικές στατιστικές έχει άλλες εξηγήσεις: πρώτον πολλοί κρατούνται για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (πλαστογραφία, παραβιάσεις εργατικού δικαίου κ.λπ.) Επίσης, υπάρχουν ανάμεσά τους πολλοί υπόδικοι, διότι οι μετανάστες δεν πληρούν τους όρους που απαιτούνται από τις αρχές για την επιβολή περιοριστικών όρων ή άλλων εναλλακτικών μέτρων προς την προσωρινή κράτηση: νόμιμη παραμονή στη χώρα, νόμιμη σταθερή εργασία κ.λπ. Τρίτον, τα δικαστήρια τους επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές απ’  ό,τι στους ημεδαπούς, ενώ το επίπεδο της υπεράσπισης είναι πολύ χαμηλό. Στην Ελλάδα καταγγέλλονται και δίκες χωρίς διερμηνέα. (Τσουκαλά 2001, σ. 29 κ.επ., Τσίγκανου 2010).

Την άποψη ότι «έχουμε γίνει Σικάγο» φαίνεται πως δεν μπορούν να στηρίξουν και ορισμένα συγκριτικά στοιχεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η αύξηση των βίαιων εγκλημάτων (ανθρωποκτονίες, σωματικές βλάβες, ληστείες, βιασμοί κλπ.) στην Ελλάδα κατά 17% μεταξύ 2006 και 2009, θα πρέπει να συγκριθεί τόσο με τη μείωση κατά 17% στην Αγγλία και Ουαλία ή στην Πολωνία, όσο και με την αύξηση κατά 42% στην Κύπρο, 34% στην Δανία και 32% στο Λουξεμβούργο. Τι να πουν οι φιλήσυχοι Λουξεμβούργιοι, στην καρδιά της Ευρώπης, με τη διπλάσια από τη δική μας αύξηση; Επίσης, τα ίδια συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι ο δείκτης ανθρωποκτονιών στην Αθήνα (1,98 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους στην περίοδο 2007-09) είναι συγκρίσιμος με το Βερολίνο (1,93) και το Λονδίνο (1,92), ενώ πόλεις όπως οι Βρυξέλλες και το Άμστερνταμ είναι πιο επικίνδυνες απ’ αυτή την άποψη (3,09 και 3,65 αντίστοιχα). Τέτοιες συγκρίσεις στατιστικών στοιχείων δεν βρίσκουν συνήθως το δρόμο τους προς τα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Όπως δηλαδή το έχει διατυπώσει με σαφήνεια ο Ηλίας Δασκαλάκης (1985), «στις στατιστικές δεν καταγράφεται το έγκλημα, αλλά τα αποτελέσματα της δράσης των οργάνων της επίσημης κοινωνικής αντίδρασης… η εικόνα που αντλούμε από την εγκληματολογική στατιστική δεν στοιχειοθετεί τη φαινομενολογία του εγκλήματος αλλά τη φαινομενολογία του στίγματος για τη μελέτη της οποίας και μόνο προσφέρεται η εγκληματολογική στατιστική».

Αναδημοσίευση: http://www.thepressproject.gr/

Advertisements