Το δικαίωμα στην απεργία & η «αναμόρφωση» των συνδικάτων

Posted on Φεβρουαρίου 16, 2013

0




Στη βαριά σκιά του θατσερισμού: Το δικαίωμα στην απεργία και η «αναμόρφωση» των συνδικάτων

του Μάρκου Βογιατζόγλου

Η απεργία της ερχόμενης Τετάρτης θα πραγματοποιηθεί, εκτός όλων των άλλων, στη σκιά των σχεδίων για τον περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία και της «αναμόρφωσης» των συνδικάτων. Η κυβέρνηση προτείνει ένα εξωφρενικό μοντέλο απορρύθμισης του εργατικού κινήματος. Και στηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, σε τρία δεδομένα, στην προσπάθειά της αυτή.

Πρώτον, στην εμπεδωμένη, σε σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, αντίληψη ότι οι ηγεσίες των εργατικών οργανώσεων είναι «ανίκανες», «πουλημένες», ακόμα και «λαμόγια». Αυτό, δυστυχώς, είναι το αποτέλεσμα τριάντα και πλέον ετών κυβερνητικού και γραφειοκρατικού συνδικαλισμού και δεν πρόκειται να αλλάξει απ’ την μια μέρα στην άλλη, όσες εικοσιτετράωρες απεργίες κι αν προκηρυχθούν (ιδίως, δε, αν αυτός που καλεί είναι ο Παναγόπουλος).

Δεύτερον, στην ευνοϊκή, τρόπον τινά, για ένα τέτοιο εγχείρημα, συγκυρία. Η πολιτική πυγμής προς τα συνδικάτα είναι συμβατή με το τρέχον προφίλ της κυβέρνησης, και οι «παπαγάλοι» των μήντια έχουν ήδη στρατευθεί στην κατεύθυνση της ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού».

Τρίτον διότι –σε αντίθεση με τις υπόλοιπες κυβερνητικές πρωτοβουλίες «σωφρονισμού» της κοινωνίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ερασιτεχνισμό– στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, το οποίο εκτυλίσσεται απ’ το 2010 και χαίρει της υποστήριξης της εγχώριας οικονομικής ελίτ.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το τελευταίο σημείο. Οι πρόσφατοι σχεδιασμοί Βρούτση αποτελούν ένα από τα στάδια του λεγόμενου «θατσερικού μοντέλου» διάλυσης του εργατικού κινήματος.

Το πρώτο στάδιο του ιδιότυπου αυτού νεοθατσερισμού το εφάρμοσαν –με επιτυχία, υπό τα χειροκροτήματα εργοδοτών και δανειστών– οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου, καταργώντας, ουσιαστικά, τόσο τις συλλογικές συμβάσεις όσο και τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Τα μετριοπαθή και συναινετικά σωματεία (η ραχοκοκκαλιά, δηλαδή, της νυν πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ) ήρθαν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς η πόρτα του «κοινωνικού διαλόγου» έκλεισε απότομα στα μούτρα τους. Τα συνδικάτα όλης της χώρας σύρθηκαν, έτσι, σε ολοκληρωτική σύγκρουση με τις μνημονιακές κυβερνήσεις και τους εργοδότες και έχασαν όλες σχεδόν τις μάχες, σε επιχειρησιακό, κλαδικό και εθνικό επίπεδο. Γεγονός αναμενόμενο, δεδομένου ότι στην πλειονότητα εξ αυτών απουσίαζε η αγωνιστική παράδοση και εμπειρία, ενώ η βάση των σωματείων, οι εργαζόμενοι, βρίσκονταν υπό την επήρεια του «σοκ και δέους» της καλπάζουσας ανεργίας και της αγωνίας για το μεροκάματο.

Το δεύτερο στάδιο είναι οι τωρινές προτάσεις Βρούτση. Στόχος είναι η κατάργηση των απεργιών αλληλεγγύης, των πολιτικών απεργιών και η παρεμπόδιση της δυνατότητας να κηρυχτεί, με νόμιμοτρόπο, απεργία οποιασδήποτε μορφής — στο πλαίσιο αυτό πρέπει να κατανοηθεί και η πολιτική επιστράτευση ναυτεργατών και απεργών του μετρό.

Εάν, τέλος, περάσουν τα σχέδια της κυβέρνησης, το τρίτο στάδιο του ελληνικού νεοθατσερισμού θα είναι η περαιτέρω αυστηροποίηση των ποινών για τους παρανομούντες συνδικαλιστές και η φυλάκιση ορισμένων, για παραδειγματισμό των υπολοίπων.

Το σενάριο που εξυφαίνεται μοιάζει εφιαλτικό, και δεν εξαντλείται στο να περάσουν εν ηρεμία τα πέτρινα χρόνια του Μνημονίου. Έχει μακροχρόνιο ορίζοντα, αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση ενός πλαισίου που θα αποτρέπει διαχρονικά την εμφάνιση οποιασδήποτε αγωνιστικής δυναμικής στο εργατικό κίνημα. Ωστόσο, ακόμα και στις δύσκολες συνθήκες της Ελλάδας του 2013, έχουμε στα χέρια μας κάποια πλεονεκτήματα τα οποία μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να μπλοκάρουμε τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Συγκεκριμένα:

* Ας θυμηθούμε ότι οι Συντηρητικοί της Θάτσερ είχαν ισχυρές κοινωνικές βάσεις στήριξης στον Αγγλικό Νότο και ένα καινοτόμο, για την εποχή του, μοντέλο ανάπτυξης: τον νεοφιλελευθερισμό. Η τρικομματική κυβέρνηση δεν διαθέτει ούτε σοβαρή κοινωνική βάση ούτε μοντέλο ανάπτυξης.

* Από την άλλη, ο Α. Σαμαράς, προκειμένου να ξανακερδίσει τις εκλογές, θα πρέπει να εμφανίσει ένα προφίλ «μεταρρυθμιστή» και «καινοτόμου». Και είναι αμφίβολο κατά πόσο εξυπηρετεί το πλάνο αυτό η νεκρανάσταση ενός, απαξιωμένου στην κοινή γνώμη, μοντέλου ηλικίας τριάντα ετών.

* Επίσης, παρόλο που ο μηχανισμός προπαγάνδας του καθεστώτος παραμένει ισχυρός, υπάρχει στη χώρα μας σημαντικό επιστημονικό δυναμικό (ερευνητές του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, καθηγητές Εργατικού Δικαίου), το οποίο, εάν συμμετάσχει στον δημόσιο διάλογο, είναι σε θέση να κονιορτοποιήσει τα επιχειρήματα των μνημονιακών — ιδίως όταν αυτά αρθρώνονται από αδαείς όπως ο «Μπάμπης» και ο Πορτοσάλτε.

*Η κατακραυγή έναντι της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και η ολοκληρωτική αποτυχία του μοντέλου ΠΑΜΕ έφεραν, ήδη πριν την άφιξη της κρίσης, καινοτόμα μοντέλα οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο οριζόντιος συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων, τα σωματεία βάσης, οι εργατικές λέσχες που ξεπηδούν εδώ και κει, παραμένουν σε πειραματικό στάδιο, πρέπει όμως να αγκαλιαστούν από τον κόσμο της Αριστεράς και να αξιοποιηθούν, σε δεύτερη φάση, ως υπόδειγμα για μια αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος σε ριζοσπαστική κατεύθυνση.

* Τέλος, παρά την κοινωνική απαξίωση των ηγεσιών τους, οι κινητοποιήσεις των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ εξακολουθούν να έχουν μεγάλο συμβολικό βάρος και πρακτική χρησιμότητα στην κοινωνία. Καθόλου τυχαία, όλες οι μείζονες κινητοποιήσεις ενάντια στο Μνημόνιο «συνέπεσαν» με γενικές απεργίες — παρότι η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων αποφεύγουν ακόμα και να πλησιάσουν την εξέδρα της ΓΣΕΕ. Η άλλη μεγάλη κινητοποίηση της τελευταίας τριετίας, το «κίνημα των πλατειών», έφτασε στο ζενίθ του τις μέρες απεργιών. Στις 15 και τις 28-29 Ιουνίου του 2011, η πλατεία Συντάγματος παρέμενε άδεια μέχρι να φτάσει η πορεία των Πρωτοβάθμιων. Ας ελπίσουμε ότι η επόμενη ηγεσία της ΓΣΕΕ, που θα προκύψει από το Συνέδριο της Ομοσπονδίας τον Μάρτιο, θα αντιληφθεί και θα αξιοποιήσει με ευέλικτο τρόπο (πέραν δηλαδή, των ανεπαρκών εικοσιτετράωρων απεργιών) το πλεονέκτημα που έχει συγκριτικά με άλλες χώρες, όπου, λόγω της πολυδιάσπασης του συνδικαλιστικού κινήματος και του νομοθετικού πλαισίου, η κήρυξη οργανωμένης, διακλαδικής απεργίας είτε είναι αδύνατη είτε περνάει απαρατήρητη από τον πληθυσμό.

Κλείνω με μια σύντομη προκαταβολική απάντηση σε όσους, αισιόδοξους, ευελπιστούν ότι μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να διορθώσει τα κακώς κείμενα στις εργασιακές σχέσεις. Ασφαλώς, δεν παραγνωρίζω τη βαρύτητα μιας κυβερνητικής αλλαγής που θα συνοδεύεται από συνολική αλλαγής πολιτικής· θέλω όμως να επισημάνω δύο στοιχεία. Αφενός, με 27% ανεργία και 6% ύφεση, ελάχιστα θα μπορέσει να επανορθώσει ο ΣΥΡΙΖΑ διά της νομοθετικής οδού. Η μάχη για την ανάκτηση της αξιοπρέπειας και του βιοτικού επιπέδου του εργαζομένου θα δοθεί σε πολλά επίπεδα και σε κάθε εργασιακό χώρο — και θα κρατήσει χρόνια. Αφετέρου, το εργατικό κίνημα είναι απαραίτητο να διατηρήσει την αυτονομία του, σε κάθε περίπτωση: το τελευταίο που έχει ανάγκη είναι να προσδεθεί στην όποια κυβέρνηση, ακόμα και της Αριστεράς, ανοίγοντας έναν καινούριο κύκλο κυβερνητικού και γραφειοκρατικού συνδικαλισμού.

Ο Μάρκος Βογιατζόγλου είναι πολιτικός επιστήμονας (European University Institute, Φλωρεντία).

Φωτογραφία από τα Ενθέματα: Αφίσα του A. Σεραφίμοβιτς για την «Απεργία» (1924) του Σεργκέι Αϊζενστάιν

(ΠΗΓΗ: Ενθέματα)

Advertisements