Τι είναι τελικά η «κρίση»; (Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης, ΕφΣυν)

Posted on Φεβρουαρίου 27, 2013

0




Τι είναι τελικά η «κρίση»;

Του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη*

Πάγια τακτική των φορέων της φαύλης εξουσίας είναι ο κατακερματισμός της πραγματικότητας, η απο-πλαισίωση. Πρόκειται, βέβαια, για εγχείρημα ωμής χειραγώγησης που ευθέως οδηγεί στο άγος των επιλεκτικών αφηγήσεων: ό,τι περισπούδαστα σερβίρεται στα δελτία των οκτώ ως αυταπόδεικτο· ό,τι ανόητοι (και συχνά αγράμματοι) δημοσιολογούντες διατρανώνουν ως «τον μόνο δρόμο»· ό,τι όλοι εμείς οι υπόλοιποι οφείλουμε να αποκαλύπτουμε ως ψευδές και υποβολιμαίο. Μείζον θέμα εδώ είναι η ακριβής φύση της «κρίσης» και οι μηχανισμοί που την προκάλεσαν. Λέγεται συχνά ότι η «κρίση» δεν είναι απλώς ελληνική αλλά διεθνής. Σωστά. Κατανοούμε όμως πραγματικά την υφή και τις προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης; Συνειδητοποιούμε τη «μεγάλη εικόνα»; Αν όχι, κινδυνεύουμε με απώλεια προσανατολισμού και παλινδρόμηση στο επουσιώδες.

Είναι γενικά γνωστό ότι το τέλος της μεταπολεμικής άνθησης, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, οδήγησε στη σταδιακή, πλην γενικευμένη, συρρίκνωση τoυ μεριδίου της εργασίας (την περίοδο 1975-2005 κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του παγκόσμιου ΑΕΠ). Αποκαλύφθηκε έτσι ότι, σε αντίθεση με τις έωλες δοξασίες του –άταφου ακόμα- ιδεολογικού πτώματος της σοσιαλδημοκρατίας περί «τρίτων δρόμων» κτλ, ο μόνος πραγματικά συμβατός με το σύστημα τρόπος για την αντιμετώπιση της περίφημης «δημοσιονομικής κρίσης του Κράτους Πρόνοιας» ήταν η σταδιακή αποκαθήλωσή του – δηλαδή το νεοφιλελεύθερο σύνδρομο (περιστολή δαπανών, ιδιωτικοποιήσεις, ευελιξία). Η εξέλιξη αυτή επέφερε, βέβαια, οικονομική δυσπραγία στους εργαζόμενους· δυσχέρανε όμως, ταυτόχρονα, και την πραγμάτωση του οφέλους της εκμεταλλευτικής σχέσης για το κεφάλαιο (valorization of capital): όταν ολοένα διευρυνόμενα τμήματα του πληθυσμού (ως καταναλωτές) αδυνατούν να αγοράσουν τα αγαθά που παράγουν, αδυνατεί και ο εργοδότης να καρπωθεί την απλήρωτη εργασία (την υπεραξία) που τυπικά ιδιοποιείται στο πλαίσιο της παραγωγικής διαδικασίας. Στο σημείο αυτό είναι που ξεκινά και η προϊούσα «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας (financialization) – σύμφωνα με τον Harvey, ένα εγχείρημα de facto πλήρωσης του χάσματος ανάμεσα σε αυτό που οι εργαζόμενοι των συρρικνούμενων απολαβών είναι σε θέση να καταναλώσουν και σε αυτό που απαιτείται να καταναλώνουν προκειμένου να διατηρείται η κερδοφορία του κεφαλαίου (και να έχουν νόημα οι παραγωγικές επενδύσεις).[1] Καθώς ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα των δημόσιων αγαθών ιδιωτικοποιήθηκαν, αυξήθηκαν και τα χρέη της λαϊκής οικογένειας (για κατοικία, υγεία, παιδεία κτλ) – στις ΗΠΑ, μεσοσταθμικά, από $40.000 το 1980 σε $130.000 το 2007!

Για ένα διάστημα, ο μαζικός δανεισμός σε μη αξιόχρεους πιστολήπτες –τόσο σε στρώματα χαμηλών εισοδημάτων που υφίστανται απηνή εκμετάλλευση όσο και σε κράτη με διεφθαρμένες ελίτ (όπως κατεξοχήν η Ελλάδα, όπου η διαπλεκόμενη «ιδιωτική πρωτοβουλία» επί χρόνια ξεζούμιζε τον προϋπολογισμό υποδυόμενη τον αλήστου μνήμης «εκσυγχρονισμό»)- υπήρξε λειτουργικός: έδινε την εντύπωση ότι όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, ίσως και ότι πράγματι είχε φτάσει το διαβόητο «τέλος της Ιστορίας». Ηταν, βέβαια, όλα «φούσκες» που όταν -αναπόφευκτα (από το 2007 και μετά)- άρχισαν να σκάνε, οι κυβερνήσεις έσπευσαν να σώσουν τους άρπαγες τραπεζίτες (που δάνειζαν σκεπτόμενοι –ακριβώς- την αρπαγή), δαπανώντας για τον σκοπό αυτό, στο διάστημα 2008-09, το ιστορικά πρωτοφανές ποσό των $20 τρισ. Δεν τα απέσπασαν βέβαια από τα κέρδη του κεφαλαίου, αλλά κυριολεκτικά ληστεύοντας τους φορολογούμενους.

Επί της ουσίας, η ελληνική κρίση δεν είναι διαφορετική: με ευθύνη της κυρίαρχης κοινωνικοπολιτικής και μιντιακής συμπαιγνίας (συν κουτοπόνηρους, διανοητικά ελλιποβαρείς γραφειοκρατίσκους τύπου ΔΗΜΑΡ, που ονειρεύονται «μεταρρυθμίσεις»), η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα στην ίδια θέση με όσους έχαναν τα σπίτια τους στις ΗΠΑ την περίοδο της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων. Ολοι πλέον γνωρίζουμε πως η λιτότητα του Μνημονίου δεν έχει πάτο (και για όσους ακόμη δεν το κατάλαβαν, υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί του ύψους ενός Γεωργίου Μέργου για να τους το υπενθυμίζουν). Το θέμα είναι αλλού: καθώς η νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν λειτουργεί (για την ακρίβεια επιδεινώνει την υποκατανάλωση των λαϊκών στρωμάτων που δομικά πυροδότησε την κρίση) και οι ελλειμματικές δαπάνες απλώς δεν υφίστανται ως εναλλακτική, η κρίση καθίσταται συστημική και, στο πλαίσιο του συστήματος, αξεπέραστη. Μοιραία και ο καπιταλισμός, με διάφορα προσχήματα, στρέφεται στον οικείο γι’ αυτόν τρόπο διαχείρισης των κρίσεων: τη μαζική καταστροφή παραγωγικού δυναμικού, τον πόλεμο! Οταν δεν είναι πόλεμος διακρατικός, με σφαίρες και κανόνια, είναι πόλεμος εναντίον των κοινωνιών, με εξαθλίωση και χημικά. Διέξοδος από αυτόν τον σπειροειδή εφιάλτη δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν συνειδητοποιήσουμε πάραυτα και σφαιρικά τις ακριβείς συντεταγμένες του προβλήματος και –προπαντός- τις απορρέουσες πολιτικές συνέπειες.

1. Harvey, D. (2010), The Enigma of Capital and the Crises of Capitalism, New York, St. Martin’s Press.

* Επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, life member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge

(Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών)

Advertisements